Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ: "ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΦΕΡΑΝΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΝΙΑ" (απόσπασμα)

(ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΑΓΚΥΛΕΣ ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ)

Λυκοκαιρός. Απριλιάτικος χειμώνας – αναποδιές της σφαίρας. Τα πούσια απόμειναν κατακαθιασμένα στον κάμπο σαν τους τζαναμπέτικους[1] μουσαφίρηδες που δε λένε να ξεκουμπιστούνβουβάλια μουκανάνε μες στη μύτη σου χωρίς να μπορείς να τα ξεδιακρίνεις. Ώρα πολύ που λυσσάνε τα καταραμένα (οι λύκοι) και χυμάνε στα λουφαγμένα πρόβατα. Τα λιβάδια είναι βουλιαγμένα στο νερό – άιντε κυνήγα τα. Πού και πού ν’ ακούσεις φωνή ζευγολάτη. Μα – α! – λελεκομάνες θα τον βρούνε. Ας πα’ να ’ναι χίλια πούσια. Ακλουθάνε οι καλές σου τον οργωτή σαν τους καλούς σποργιάδες. Προσεχτικά προσεχτικά, σαν τις μη μου άπτου κυράτσες που τρομάζουν μη βρέξουνε το σκαρπίνι τους.

Ο Γιαβρούσης βγάζει τη μύτη του απ’ την τρύπα της παλιοτσαντίρας, τού την κοκκινίζει το κρύο, και την ξανατραβάει τουρτουρίζοντας μέσα.

- Αλάχ μπελασινί βερσίν για τουμάνι[2]. Φτου!

Η Τσιμσίρα η γυναίκα του τού σηκώνει αψά φωνή:

- Το χιόνι το φαες, το τουμάνι δε νταγιαντάς[3]; Γιαζίκ[4]!

- Ο Γιαβρούσης τουρτουρίζει.

- Άσε το κεντί[5]… που θ’ ανεβαίνει ο ήλιος.

- Κιοπέ ολού[6]! Τα κουτάβια σου μπαϊλντίσανε[7] απ’ την αφαγιά.

- Γυναίκα σους! Οι χωριανοί είναι τσιγκενέ [8]-μελέτια. Με κυνηγάνε με τις σόπες[9].

- Τότες ψόφα!

- Πομονή ντε. Τώρα να σηκωθεί το τουμάνι, να χαλέψω[10] ψίχα πίτουρο, να κάνεις τσορβά[11], να τα φαΐσεις.

Μια στοίβα γυφτοσπόρια με γδυτές μαύρες κοιλιές τουρτουρίζουνε ένα γύρω στη γυφτομάνα.

- Ανατζίκ-μπουμπατζίκ τσορμπά… Ανατζίκ-μπουμπατζίκ τσορμπά[12].

- Η Τσιμσίρα τα συνάζει σαν την κλώσα.

- Έι τζιέρια[13] μ’ … έι μανάρια μ’ έι… Σούκω[14] μπρε άντρα!

Ο Γιαβρούσης ρουθουνάει σαν το τεμπέλικο ζο που το στέλνουνε για δουλειά. Σέρνεται ως την μπασιά τραβάει το καπίστρι του γομαριού[15] και ξαναμπαίνει τουρτουρίζοντας μέσα. Το γομάρι όπως όλα τα γύφτικα ζα ξέρει τη δουλειά του. Ζυγώνει το κεφάλι του στην τρύπα της τσαντίρας και το χώνει μέσα. Ευτύς τα γυφτόπουλα συνάζονται ένα γύρω στο κεφάλι και χουχουλίζονται. Αυτό είναι το γύφτικο μαγκάλι. Ο αχνός του γομαριού. Πολλές γεναριάτικες νύχτες οι λύκοι κουτουρτίζουνε[16] και φτάνουνε ως τα τσαντίρια. Εκεί τότες στρώνεται ένας πόλεμος αιματερός. Τα πισινά ποδάρια δίνουν δίνουν δίνουν ώσπου ή αποκάμουνε ή τρώει ο λύκος την κλωτσιά σε καμιά μασέλα και σηκώνεται και πάει στον αγύριστο. Αν ο νοικοκύρης έχει κάναν παλιοτσιφτέ[17] ή καμιά κάμα[18] βγαίνει κι αυτός και δίνει κάνα χέρι, αν δεν έχει, κάθεται μέσα και τρέμει και καταριέται το ριζικό του.

- Σούκω μπρε άντρα! τεμπελχανά!

Η Τσιμσίρα το γουδί της. Κείνη την ώρα φταρνίστηκε το γομάρι. Η Τσιμσίρα στη φούρκα[19] της το κλώτσησε και τα γυφτόπουλα δυνάμωσαν τα κλάματα. Ο Γιαβρούσης μάσαγε ένα σκοινί της τσαντίρας για τσιγάρο.

Δίπλα, στου Τζιρίμπαση είχαν άλλο χαβά[20] του λόγου τους: Ζέφκια[21].

Η κόρη του, η Λουλουδιά, βρήκε σ’ ένα φράχτη μια ψόφια κότα και την κάνανε κουρμπάνι[22]. Κόλλησε κι ο Ντουμούζης ο παιχνιδιάτορας με το ζουρνά του. Στρώθηκε ο καλός σου ακάλεστος στη φωτιά που κάπνιζε απ’ το χλωρό πουρνάρι και πήρε ένα «μερακλίτικο» μην πας και βγάλει καμιά χαψά[23] κότα, καμιά γουλιά ρακί… Έπαιζε με τέχνη και μαράζι κάτι σκοπούς μέλια και δώσ’ του και τρέχανε απ’ την κάπνα τα μάτια του.

Το παραδιπλανό όμως τσαντίρι είχε βουβαμάρες. Η γρια-Συρμάκω ψηνότανε η άπλερη απ’ τις θέρμες. Το ’βγαζε και δεν το ’βγαζε το μερονύχτι. Αμ και ποια φαμίλια είχε χαρές; Εξόν απ’ του Τζιρίμπαση όλα τ’ άλλα κονάκια είχαν ανημποριές και γκρίνιες. Αυτή η καταχνιά είναι οργή και κατάρα για το ξέσκεπο τούτο φτωχόσογο. Θα πεις το χιόνι έχει καλοσύνη; Ή η βροχή; Κακά και ψυχρά είναι και τα δυο, μα τα νταγιαντάς. Η βροχή κυλάει, φεύγει. Το χιόνι στρακώνει[24], φκυαρίζεται. Μα το πούσι; Πράμα δαιμονικό. Μουσκεύει το τσαντιροπάνι, βοσκάει μέσα στα

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ

Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα μοσκοβολιά, κι έλεγε… -το ‘λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του– αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει –όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…– και να σκύψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».

Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο. Εκεί κάτου τα ‘χε ξεχάσει όλα. Το χρώμα του κόσμου, τη μέρα. Τι χρώμα είχε, αλήθεια, η μέρα; Ήταν γαλάζια; ή άσπρη;… Γιατί εδώ τα μάτια του ήταν άχρηστα, περιττά. Εδώ ζούσε μόνο με τ’ αφτιά και τα δάχτυλα. Την πρώτη μέρα που τον κατέβασαν είχε μαζί του και τη μύτη του μα ύστερα την έχασε. Τον έπιασε καταρροή κι ανόστησαν όλα. Πρόφτασε μονάχα να μυριστεί ότι βρομούσε βαριά κι ανυπόφορα εκεί μέσα… Κάτι σαν υπόνομος, σαν λάκκος ψοφιμιών. Ότι βούιζε σα βαθύ πιθάρι. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν. Το σκοτάδι τα κατάπιε και τ’ αφάνισε όλα. Κάπως έτσι θα ‘πρεπε να ‘ναι στον άδη. Έτσι άχαρα, έτσι στυφά. Μόνο που τώρα πρέπει να του πάρουν αυτό τ’ όνομα, και να τον λένε «Απομόνωση». Θα του ταιριάζει περισσότερο.

Είχε μια πίκρα, που την έφερε μαζί του απ’ έξω. Ότι δεν πρόφτασε να δει το φεγγάρι. Το σπίτι που κρυβότανε ήταν παράμερο, σα μια γούβα, με τα παράθυρα πάντα κλειστά, πάντα, μέρα και νύχτα.

Ά… το φεγγάρι… Έπρεπε να είχε προφτάσει να το δει. Όμορφα είναι και με τον ήλιο, –ά, ναι…– και μ’ αυτόν, είναι πολύ όμορφα. Μα με το φεγγάρι… Μ’ αυτό είναι αλλιώτικα. Ο κόσμος γίνεται μαγευτικός, σαν παραμυθένιος. Σκέψου… Αυτός κι εκείνη –το Ολγάκι– με φεγγάρι. Βράδυ αττικό. Και το φλύαρο ζεστό χεράκι της χωμένο στο δικό του. Το Ολγάκι… Ακουμπισμένο απάνω του σφικτά στο ξύλινο καναπεδάκι. Κι από πάνω η ακακία με το φεγγάρι μπλεγμένο στα κλαριά της. «Ολγάκι… κόψε μου κείνο το χρυσό μήλο» –«Κλείσε τα μάτια να στο κόψω…». Το μάγουλό της, τρυφερό, μεταξένιο